Photobucket© all text rights reserved





urban / city / people / voices





L a b e l s :

1/25/2011

Οι γριές μου κι εγώ…

από τον Γρηγόρη Μπέκο

Υπάρχουν δυο ειδών γριές, κατά την κουλή μου άποψη, των αγαπημένων σας γιαγιάδων εξαιρουμένων φυσικά. Οι γριές που βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που αναμετρήθηκες μαζί τους και οι γριές που σε ξαφνιάζουν ευχάριστα τη στιγμή ακριβώς που θα ορκιζόσουν στα ιερά και τα όσια πως ανήκουν στην πρώτη κατηγορία. Σε αυτές τις δυο χοντροκομμένες κατηγορίες κατέληξα ύστερα από πολλά χρόνια επαχθούς συγχρωτισμού μ’ ένα σωρό κυρίες στα διάφορα μέσα συγκοινωνίας και επικοινωνίας. Εκεί πέρα μέσα συναντάς ό,τι να’ ναι, όπως έχουν καταδείξει πάμπολλες κωμικοτραγικές εμπειρίες, και επιπλέον ξεκινάς τη μανούρα όποτε νομίζεις πως πρέπει να ανάψουν τα αίματα. Τα δικά σου ή των άλλων, μικρή σημασία έχει όταν τα νεύρα πρέπει να ξεσκουριάσουν…

Δεν κάθομαι ποτέ ακόμα κι αν υπάρχουν θέσεις. Ούτε στο μετρό, ούτε στα λεωφορεία. Δε θέλω να μπω στην ψυχοφθόρα διαδικασία του διλήμματος «να σηκωθώ να καθίσει η κυρία ή μήπως να κάτσω σταυροπόδι»; Από τότε που άρχισαν να με ενοχλούν απίστευτα τα βλέμματα ορισμένων κυριών, αλλά και τα «τς τς τς» που μασουλάνε ρίχνοντας τα μούτρα στο δάπεδο, αποφάσισα να στέκομαι όρθιος. Τοιουτοτρόπως διασώζω και την αγωγή μου και την αγωγή των κυριών, των οποίων η υπομονή, απ’ ένα σημείο και μετά, αρχίζει να ρυτιδώνεται όπως ακριβώς και τα πρόσωπά τους. Στέκομαι μόνιμα όρθιος και παρατηρώ πώς την πατάνε οι αδαείς νέοι και οι ανέμελες κορασίδες που νομίζουν ότι θα ξεγελάσουν τις γριές επειδή φοράνε ακουστικά ή μιλάνε στο τηλέφωνο – εντελώς τυχαία το κινητό αρχίζει να δονείται όταν εμφανίζεται η τρίτη ηλικία...

Σε κάτι τέτοιες στιγμές νιώθω πως έχω δει μια ταινία (που δε μ’ αρέσει) ένα εκατομμύριο φορές. Τα χείλια ξεσφίγγονται, τα δόντια προβάλλουν απειλητικά, το σαγόνι πάει αριστερά δεξιά να ξεμουδιάσει και η σφοδρότητα της κριτικής φτάνει μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής σου. Η νεολαία το ένα, η νεολαία το άλλο, η νεολαία που είναι νεολέρα και δε συμμαζεύεται. Υποψιάζομαι πως, από καταβολής του μάταιου τούτου κόσμου, οι εκάστοτε γριές έλεγαν τα ίδια για την εκάστοτε νεολαία- μερικά πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ. Κατά τα λοιπά, είναι η ώρα που άθελά σου υπομένεις στωϊκά (αν είσαι ευγενής) τη ρετσινιά μιας ολόκληρης γενιάς- της δικιάς σου. Επίσης είναι η ώρα που σκέφτεσαι, θολώνοντας δολοφονικά το μάτι, πόσο κρίμα είναι που απαγορεύεται στα μέσα συγκοινωνίας να πάρεις μαζί το ντόπερμαν που έχει να δει μπριζόλα απ’ τα χέρια του γείτονα κάνα δίμηνο…

Δυστυχώς, όσα προληπτικά μέτρα κι αν λάβει κανείς, το σύμπαν θα συνωμοτήσει με την κακιά γριά και σύντομα τα πράγματα θα εξελιχθούν άσχημα. Ανεβαίνω, που λες λατρεμένε αναγνώστη κι ακόμα πιο λατρεμένη αναγνώστρια, στο λεωφορείο για να γυρίσω στο ρημάδι το σπιτικό μου, όπως όλη η τίμια εργατιά. Κατευθύνομαι προς μια άδεια θέση με σκοπό να κρατηθώ απ’ το παρακείμενο ψευδοκάγκελο και όχι να θρονιαστώ (το γιατί το εξήγησα στη δεύτερη παράγραφο). Καθώς το δεξί μου χέρι νιώθει το κρύο και τη γλίτσα της ασταθούς κατασκευής, ο καρπός μου τραντάζεται απότομα! Λέω, δε μπορεί, κάποιος πήγε να πέσει και βρήκε εμένα εύκαιρο στήριγμα. Ήταν τότε που ο οδηγός ξεκίνησε απότομα, σκεπτόμενος πιθανώς την πεθερά του…

«Κάνε παραπέρα! Ο μεγάλος κόσμος πρέπει να κάθεται, όχι εσείς που δε σέβεστε τίποτα!» γκαρίζει πομπωδώς μια κυρία με ξεβαμμένο κόκκινο μαλλί. Χριστέ μου, λέω, έχει δύο χρυσά δόντια! Πριν εγκατασταθεί στο κάθισμα κι αφήσει τις πολυτελείς σακούλες των ακριβών της αγαθών (με την τσάκιση και τα κορδονάκια) να συνυπάρξουν με τις πλεμποειδείς σακούλες των ζαρζαβατικών μιας γριάς πιο πέρα, έχει ήδη καταπιεί μπόλικη οργή και άλλα τόσα λόγια που έπνιξε στον οισοφάγο η προσβληθείσα αγωγή της. «Σας ευχαριστώ που δεν μου ξεριζώσατε εν τέλει τον καρπό, αγαπητή μου κυρία, είχα σκοπό να τον χαρίσω στα σκυλιά της γειτονιάς μου!» της απαντώ κι αυτή αρχίζει και πάλι τα γνωστά, μα και μου, θα σου κάνω μήνυση, θα σε βγάλω στα κανάλια, θα βγάλω τη μπέμπελη και το σκύλο μου για τσίσα... Όταν κάποιος αρχίζει να παραλογίζεται μπροστά μου δεν ακούω καν... Ειδικότερα δε την κυρία, που νόμιζε πως επειδή φορούσε ένα μεταξωτό φουλάρι κι έναν ασημένιο πεταλουδόσαυρο στο πέτο, θα την φοβηθούμε κιόλας...

Το λεωφορείο συνέχιζε απρόσκοπτα την πορεία του επί της λεωφόρου Συγγρού καθώς η χολή της ανάγωγης κυρίας ξεραινόταν στις σόλες των παπουτσιών μου. Αν βρισκόταν μαζί μου μια φίλη, που κάτι τέτοια είναι το ψωμοτύρι της, θα της έλεγε με τα χίλια σουφρωμένα «κυρά μου, τι έγινε, πήγες στα εμπορικά, όργωσες όλους τους ορόφους, το έπαιξες κοκεταρία κι ήρθες εδώ πέρα τώρα να πουλήσεις το εξαντλημένο πνεύμα σου;». Σκεφτόμουν τότε πως μια μεγάλη μερίδα συμπολιτών μας (εεε;) δεν έχουν καμία συνείδηση για το πώς πρέπει να συμπεριφέρονται στοιχειωδώς στο δημόσιο χώρο. Είναι η κατηγορία που ονομάζω, με μια δόση ανεξήγητης συμπάθειας, χυδαίους κάφρους. Αυτοί, λοιπόν, άνδρες και γυναίκες, θεωρούν τον κοινό χώρο που μοιράζονται με τους άλλους προέκταση του τσιφλικιού τους κι όταν βγαίνουν έξω σου δίνουν την εντύπωση ότι η υπόλοιπη κοινωνία έχει μπαστακωθεί στο σβέρκο τους…

Σχετικά πρόσφατα, μια μεσόκοπη (και κάτι) κυρία μπήκε στο λεωφορείο δίνοντάς μου αγκωνιά. Αφού έκανε τα πάντα για να με εξαφανίσει την ρώτησα «ειλικρινά, πιστεύετε ότι μπορώ να εξαϋλωθώ κυρία μου;». Με κοίταξε σαν το μοναδικό μίασμα της κοινωνίας και μου πέταξε ένα «ου να μου χαθείς ανάγωγε» πεταρίζοντας δραματικά τις βλεφαρίδες της. «Αν δεν σας κάνει το λεωφορείο κυρία μου, να πηγαίνετε με το ιδιωτικό σας ελικόπτερο!» της είπα μ’ ένα γελάκι πριν κατέβει στην στάση της. Μια κυρία, συνταξιούχος και κάπως φαφούτα, μου εξομολογήθηκε πως «μια χαρά της τα ‘πα της κυράτσας» και ύστερα τα μάτια μας άστραψαν ταυτόχρονα με μια ιδέα συνωμοτικής συντροφικότητας. Στα νιάτα της πρέπει να ήταν πανέμορφη. Είχε ευγενικές ρυτίδες, ή τουλάχιστον έτσι το αντιλήφθηκα εγώ. Ελπίζω στις ευγενικές ρυτίδες, να ξέρετε…

3 σχόλια:

Παναγιώτα είπε...

Έχω την υποψία πως η τρίτη ηλικία χρησιμοποιεί τα μέσα μεταφοράς μόνο και μόνο για να κάνει έναν τρικούβερτο καβγά, ώστε να επιβεβαιώσει την ύπαρξή της. Μερικές φορές, όταν έχουν περάσει τα χρόνια και δεν έχεις κανέναν να ασχολείται μαζί σου, μάλλον εφευρίσκεις τρόπους να το κάνουν τα αθώα "θύματα" που είχαν την ατυχία να σε συναντήσουν...

Ανώνυμος είπε...

ναι αλλα οταν τους παιρνουν τα διπλωματα οδηγησης και τα ποδια τους δεν τους πανε πια εκει που θελουν τι πρεπει να κανουν; να καταδιακστουν σε κατ' οικονο περιορισμο; Δεν εχουν ζωη οι ηλικιωμενοι;

Παναγιώτα είπε...

Οι άνθρωποι όλων των ηλικιών, φυλών, φύλων κλπ έχουν δικαίωμα (ή καλύτερα δικαιώματα)στη ζωή, μόνο που μερικές φορές συνειδητοποιείς μετά λύπης και αγανάκτησης ότι κάποιοι θεωρούν κεκτημένα τα δικά τους δικαιώματα, ενώ των υπολοίπων ανύπαρκτα. Στις ηλικιωμένες, λοιπόν, που λατρεύουμε και σ' αυτές που λατρεύουν να μας τρελαίνουν;-)

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...